WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| apply for [sth] vi + prep | (request formally) (για κτ) | υποβάλλω αίτηση έκφρ |
| | (καθομιλουμένη: για κτ) | κάνω αίτηση έκφρ |
| | (επίσημο: κάτι) | αιτούμαι ρ μ |
| | Thomas applied for a credit card. |
| | Ο Τόμας υπέβαλε αίτηση (or: έκανε αίτηση) για πιστωτική κάρτα. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Με την υποβολή του παρόντος εγγράφου, αιτούμαι τη συμμετοχή μου στο πρόγραμμα. |